ξεμποτσάρω
ρ. [μετβ.]
αφήνω ελεύθερο κάποιο αντικείμενο που έχει δεθεί στο σκάφος, βγάζω τον μπότσο [= αλυσίδα ή χοντρό σκοινί για το δέσιμο και τη στερέωση της άγκυρας και γενικά κάθε κινητού πράγματος του καταστρώματος – δες λ.].
Ετυμολογία
< ξε- [πρόθημα] + μποτσάρω [= ακινητοποιώ].
Παράγωγα
ξεμποτσάρισμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ξεμποτσάρω», σ. 590. https://navalhistory.gr/lexiko/ξεμποτσαρω/