νταλ(γ)κάς
ο, ουσ. [πληθ. νταγλάδες και νταλγκάδες]
- υδάτινο επιφανειακό κύμα
- φοβερός εφιάλτης
- (μτφ.) α) έντονη επιθυμία, ανεκπλήρωτος πόθος, συνών. καημός, β) διακαής ερωτικός πόθος.
Ετυμολογία
< τουρκ. dalga [= αφηρημάδα, δόση ναρκωτικού].
Παράγωγα
νταλγκαδιάζω, νταλγκαδιάρικος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νταλ(γ)κάς», σ. 582. https://navalhistory.gr/lexiko/νταλγκασ/