navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ν › νταλ(γ)κάς

νταλ(γ)κάς

ο, ουσ. [πληθ. νταγλάδες και νταλγκάδες]

  1. υδάτινο επιφανειακό κύμα
  2. φοβερός εφιάλτης
  3. (μτφ.) α) έντονη επιθυμία, ανεκπλήρωτος πόθος, συνών. καημός, β) διακαής ερωτικός πόθος.

Ετυμολογία

< τουρκ. dalga [= αφηρημάδα, δόση ναρκωτικού].

Παράγωγα

νταλγκαδιάζω, νταλγκαδιάρικος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νταλ(γ)κάς», σ. 582. https://navalhistory.gr/lexiko/νταλγκασ/