navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ν › ντάλα

ντάλα

επίρρ. χρονικό

  1. ακριβώς
  2. ως επάνω
  3. (φρ.) «ντάλα μεσημέρι», το καταμεσήμερο, ακριβώς το μεσημέρι, τη χρονική εκείνη στιγμή όπου η ήλιος καίει δυνατότερα, με πολύ δυνατό ήλιο.

Ετυμολογία

< τουρκ. dal [= ακριβώς].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ντάλα», σ. 582. https://navalhistory.gr/lexiko/νταλα/