ντάλα
επίρρ. χρονικό
- ακριβώς
- ως επάνω
- (φρ.) «ντάλα μεσημέρι», το καταμεσήμερο, ακριβώς το μεσημέρι, τη χρονική εκείνη στιγμή όπου η ήλιος καίει δυνατότερα, με πολύ δυνατό ήλιο.
Ετυμολογία
< τουρκ. dal [= ακριβώς].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ντάλα», σ. 582. https://navalhistory.gr/lexiko/νταλα/