νιτρ(ο)-
πρώτο συνθετικό επιστημονικών ξένων όρων που δηλώνει την ύπαρξη μίας ή περισσοτέρων νιτροομάδων στο μόριο της ένωσης π.χ.: νιτροαιθάνιο, νιτρογλυκερίνη, νιτρογόνος, νιτρόμετρο, νιτραμίνη, νιτρανισόλη, νιτροειδής, νιτροκυτταρίνη, νιτρολουόλιο, νιτροφόρμιο κ.ά.
Ετυμολογία
[δες ετυμ. νίτρο].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νιτρ(ο)-», σ. 578. https://navalhistory.gr/lexiko/νιτρο/