navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ν › νίτρο

νίτρο

το, ουσ.

(ορυκτ.) γενική ονομασία νιτρικών ορυκτών, δηλαδή του νιτρικού ασβεστίου, του νιτρικού καλίου και του νιτρικού νατρίου.

Ετυμολογία

< σημδ. από τη γαλλ. nitre < λατιν. nitrum < αρχ. νίτρον, ή

ή < αρχ. νίτρον < εβρ. netér, ή

ή < αιγυπτ. ntr.

Παράγωγα

νιτρικός, νιτρώδης, νίτρασμα, νιτρία, νιτρίτις, νιτρώ.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νίτρο», σ. 578. https://navalhistory.gr/lexiko/νιτρο-2/