νίτικο
Και: αινίτικο
το, ουσ.
(ιχθυολ.) το παστό και καπνιστό κεφαλόπουλο [μικρός κέφαλος], συνών. λυκουρίνος και λικουρίνος.
Ετυμολογία
η ονομασία δικαιολογείται από τη λ. Αίνος [= πόλη της Ανατολικής Θράκης], τουρκ. Enez, κοντά στη λιμνοθάλασσα Στεντορίδα και στις εκβολές του Έβρου ποταμού, οι κάτοικοι της οποίας, τους περασμένους κυρίως αιώνες [από 17 έως και 19ο αι.], αλίευαν και επεξεργάζονταν το συγκεκριμένο είδος ψαριού, προμηθεύοντας μ’ αυτό τις μεγάλες αστικές αγορές και ιδιαίτερα της Πόλης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νίτικο και αινίτικο», σ. 578. https://navalhistory.gr/lexiko/νιτικο-και-αινιτικο/