ναυκράτης
Και: αφκράτης
ο, ουσ.
- (ιχθυολ.) είδος ψαριού της οικογένειας carangidae, το οποίο ακολουθεί τους καρχαρίες και τα πλοία για να τρέφεται από παράσιτα ή υπολείμματα τροφών
- (ως επίθ. αρχ. ναυκρατής, -ές) αυτός που κυριαρχεί στη θάλασσα, ο θαλασσοκράτορας.
Ετυμολογία
< αρχ. ναῦς + -κρατης < αρχ. κρατῶ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ναυκράτης και αφκράτης», σ. 562. https://navalhistory.gr/lexiko/ναυκρατησ-και-αφκρατησ/