ναύφρακτος
-ος, -ον, επίθ.
αυτός που βρίσκεται περιφραγμένος από πλοία, σε Αισχύλ. και Ευρ.
Ετυμολογία
< αρχ. ναύφρακτος < ναῦς + φράσσω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ναύφρακτος», σ. 570. https://navalhistory.gr/lexiko/ναυφρακτοσ/