ναύφθορος²
-ος, -ον, επίθ.
- αυτός που έχει υποστεί φθορά, καταστροφή από πλοίο
- ο σχετικός με ναυαγό, ή με ναυάγιο, ο ναυαγισμένος.
Ετυμολογία
< αρχ. ναύ-φθορος, -ον < ναῦς + φθείρω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ναύφθορος», σ. 570. https://navalhistory.gr/lexiko/ναυφθοροσ-2/