navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ν › ναυμαχώ

ναυμαχώ

ρ. [αμετβ.]

μάχομαι στη θάλασσα ενάντια σε εχθρικό πλοίο ή στόλο, κάνω ναυμαχία, συνών. θαλασσομαχώ.

Ετυμολογία

< αρχ. ναυμαχῶ.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ναυμαχώ», σ. 564. https://navalhistory.gr/lexiko/ναυμαχω/