ναυλοχία
η, και ναύλοχος, ο, ουσ.
- ο τόπος, όρμος ή λιμάνι, στον οποίο αγκυροβολούν με ασφάλεια πλοία, συνών. αραξοβόλι, καραβοστάσι, αγκυροβόλιο
- [παρωχημένο] τόπος όπου ενεδρεύουν πλοία πειρατών.
Ετυμολογία
< αρχ. < ναῦ(ς) [= πλοίο] + λόχος [= τόπος αναμονής, σταθμός].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ναυλοχία», σ. 563. https://navalhistory.gr/lexiko/ναυλοχια/