navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ν › ναυαγώ

ναυαγώ

ρ. [αμετβ.]

  1. ( ναυτ.) για πλοίο που βυθίζεται ή προσαράζει, που παθαίνει ναυάγιο, συνών. βουλιάζω, καταποντίζομαι, καραβοτσακίζομαι, φουντάρω
  2. (κατ’ επέκτ.) [για πρόσωπο που ναυαγεί] βυθίζομαι
  3. (μτφ.) για κάτι που καταλήγει σε πλήρη αποτυχία, συνών. αποτυγχάνω.

Ετυμολογία

< αρχ. ναυαγῶ.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ναυαγώ», σ. 560. https://navalhistory.gr/lexiko/ναυαγω/