ναυαγώ
ρ. [αμετβ.]
- ( ναυτ.) για πλοίο που βυθίζεται ή προσαράζει, που παθαίνει ναυάγιο, συνών. βουλιάζω, καταποντίζομαι, καραβοτσακίζομαι, φουντάρω
- (κατ’ επέκτ.) [για πρόσωπο που ναυαγεί] βυθίζομαι
- (μτφ.) για κάτι που καταλήγει σε πλήρη αποτυχία, συνών. αποτυγχάνω.
Ετυμολογία
< αρχ. ναυαγῶ.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ναυαγώ», σ. 560. https://navalhistory.gr/lexiko/ναυαγω/