μόνωση
η, ουσ.
η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μονώνω [δες λ.].
Ετυμολογία
< αρχ. μόνω(σις) [= μοναχικός, απομονωμένος] -ση < μονόω/-ῶ [= απομονώνω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μόνωση», σ. 534. https://navalhistory.gr/lexiko/μονωση/