μονώνω
ρ. [μετβ.]
καλύπτω με μονωτική ταινία καλώδια, σωληνώσεις, τοίχους και διάφορες άλλες επιφάνειες για προστασία από υγρασία, ηλεκτρικό ρεύμα, ήχους, θερμοκρασία κ.λπ.
Ετυμολογία
< αρχ. μον(ῶ) -ώνω [= αφήνω μόνον].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μονώνω», σ. 534. https://navalhistory.gr/lexiko/μονωνω/