μολυβδώνω
Και: μολυβώνω
ρ. [μετβ.]
- καλύπτω κάτι με μόλυβδο
- τραβώ γραμμές πάνω σε χάρτινη επιφάνεια
- αυτός που έχει στερεωθεί με λιωμένο μολύβι.
Ετυμολογία
α) μόλυβδ(ος) + ώνω, β) μολύβ(ι) + -ώνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μολυβδώνω και μολυβώνω», σ. 532. https://navalhistory.gr/lexiko/μολυβδωνω-και-μολυβωνω/