navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μολυβδώνω και μολυβώνω

μολυβδώνω

Και: μολυβώνω

ρ. [μετβ.]

  1. καλύπτω κάτι με μόλυβδο
  2. τραβώ γραμμές πάνω σε χάρτινη επιφάνεια
  3. αυτός που έχει στερεωθεί με λιωμένο μολύβι.

Ετυμολογία

α) μόλυβδ(ος) + ώνω, β) μολύβ(ι) + -ώνω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μολυβδώνω και μολυβώνω», σ. 532. https://navalhistory.gr/lexiko/μολυβδωνω-και-μολυβωνω/