μολυβδόχρους
-ους, -ουν, επίθ.
(χρωματολογία) αυτός που έχει το χρώμα του μολύβδου, μολυβής, γκρίζος, γκιζωπός, μουντός, γκρι.
Ετυμολογία
< αρχ. μόλυβδ(ος) + -ό- + -χρους.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μολυβδόχρους», σ. 532. https://navalhistory.gr/lexiko/μολυβδοχρουσ/