μηνύω
ρ. [μετβ.]
υποβάλλω μήνυση εναντίον κάποιου, εγκαλώ, καταγγέλλω.
Ετυμολογία
< αρχ. μηνύω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μηνύω», σ. 523. https://navalhistory.gr/lexiko/μηνυω/
Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μηνύω
ρ. [μετβ.]
υποβάλλω μήνυση εναντίον κάποιου, εγκαλώ, καταγγέλλω.
< αρχ. μηνύω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μηνύω», σ. 523. https://navalhistory.gr/lexiko/μηνυω/