μηνυτής
ο, μηνύτρια, η, ουσ.
- αυτός/ή που φέρνει το μήνυμα, ο μαντατοφόρος, ο αγγελιοφόρος
- το πρόσωπο που υποβάλλει τη μήνυση, καταμηνυτής, ο ενάγων, αλλά και {σπανίως} ο καταδότης.
Ετυμολογία
< αρχ. μηνυτής.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μηνυτής», σ. 523. https://navalhistory.gr/lexiko/μηνυτησ/