Μάιος
ο, ουσ. [χωρίς πληθ.]
o πέμπτος μήνας του χρόνου.
Ετυμολογία
< μτγν. Μάϊος < λατιν. Majus < α) προσωνυμία του Διός, Majus Juppiter, ή β) θηλ. Maia*, ονομασία αρχ. ρωμαϊκής θεότητας, οι ιέρειες της οποίας τον μήνα αυτό δέχονταν στους ναούς της προσφορές και θυσίες.
Μυθολογια
Μαία, αρχαία θεά των Ρωμαίων, πάρεδρος του Ηφαίστου. Ταυτίστηκε με την Ελληνική θεά Μαία, την μητέρα του Ερμή, όταν οι δύο πολιτισμοί συνάντησαν ο ένας τον άλλο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «Μάιος», σ. 496. https://navalhistory.gr/lexiko/μαιοσ/