μαθητεία
η, ουσ.
- διδασκαλία, εκπαίδευση
- παρακολούθηση μαθημάτων με σκοπό την εκμάθηση μίας τέχνης ή ενός επαγγέλματος.
Ετυμολογία
< μτγν. μαθητεία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μαθητεία», σ. 496. https://navalhistory.gr/lexiko/μαθητεια/