navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λυγίζω

λυγίζω

ρ. [μετβ.] -ομαι και λυγώ και -ιέμαι [αμετβ.]

  1. κάμπτω, κυρτώνω κάποιο αντικείμενο
  2. α) σκύβω, κάμπτω τη μέση μου, διπλώνομαι, β) κουνάω το σώμα μου με φιλάρεσκο τρόπο
  3. (μτφ.) κάνω κάποιον να χάσει το θάρρος του, να χάσει την αισιοδοξία του.

Ετυμολογία

< αρχ. λυγίζω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λυγίζω», σ. 491. https://navalhistory.gr/lexiko/λυγιζω/