λυγίζω
ρ. [μετβ.] -ομαι και λυγώ και -ιέμαι [αμετβ.]
- κάμπτω, κυρτώνω κάποιο αντικείμενο
- α) σκύβω, κάμπτω τη μέση μου, διπλώνομαι, β) κουνάω το σώμα μου με φιλάρεσκο τρόπο
- (μτφ.) κάνω κάποιον να χάσει το θάρρος του, να χάσει την αισιοδοξία του.
Ετυμολογία
< αρχ. λυγίζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λυγίζω», σ. 491. https://navalhistory.gr/lexiko/λυγιζω/