λούκι
το, ουσ. [χωρίς γεν. – πληθ. τα λούκια]
- μεταλλικός, πήλινος ή πλαστικός αγωγός κατάλληλος για τη συγκέντρωση ή απομάκρυνση των βρόχινων νερών, συνών. υδροσωλήνας, υδραγωγός, κιούγκι, νεροδέχτης, χολέδρα και χολέντρα
- χαρακιά σε ξύλινη, μεταλλική ή μαρμάρινη επιφάνεια, συνών. αυλάκι, ρείθρο
- (μτφ.) α) σταθερή κατάσταση και συμπεριφορά, β) είδος πτυχής σε ρούχο
- (τυπογρ.) μεταλλικά κομμάτια του τυπογραφικού πιεστηρίου με τα οποία συμπιέζεται η φόρμα αποτύπωσης
- ορεινό πέρασμα που καθιστά ευκολότερη την ορειβασία.
Ετυμολογία
< τουρκ. oluk.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λούκι», σ. 490. https://navalhistory.gr/lexiko/λουκι/