navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λούκι

λούκι

το, ουσ. [χωρίς γεν. – πληθ. τα λούκια]

  1. μεταλλικός, πήλινος ή πλαστικός αγωγός κατάλληλος για τη συγκέντρωση ή απομάκρυνση των βρόχινων νερών, συνών. υδροσωλήνας, υδραγωγός, κιούγκι, νεροδέχτης, χολέδρα και χολέντρα
  2. χαρακιά σε ξύλινη, μεταλλική ή μαρμάρινη επιφάνεια, συνών. αυλάκι, ρείθρο
  3. (μτφ.) α) σταθερή κατάσταση και συμπεριφορά, β) είδος πτυχής σε ρούχο
  4. (τυπογρ.) μεταλλικά κομμάτια του τυπογραφικού πιεστηρίου με τα οποία συμπιέζεται η φόρμα αποτύπωσης
  5. ορεινό πέρασμα που καθιστά ευκολότερη την ορειβασία.

Ετυμολογία

< τουρκ. oluk.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λούκι», σ. 490. https://navalhistory.gr/lexiko/λουκι/