navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λοκάουτ και λοκ-άουτ

λοκάουτ

Και: λοκ-άουτ

το, άκλ.

το προσωρινό κλείσιμο μιας επιχείρησης από τον εργοδότη ως αντίδραση σε απεργία των εργαζομένων, συνών. ανταπεργία.

Ετυμολογία

< αγγλ. lock-out, < lock [= κλειδώνω] + out [= έξω].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λοκάουτ και λοκ-άουτ», σ. 488. https://navalhistory.gr/lexiko/λοκαουτ-και-λοκ-αουτ/