ανταπεργία
η, ουσ.
η άρνηση της εργοδοσίας να συνεχίσει να προσφέρει εργασία στους εργαζόμενους της επιχείρησή της εξαιτίας της συμμετοχής τους σε απεργία, συνών. λοκ άουτ.
Ετυμολογία
< αντ(ι)- + απεργία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανταπεργία», σ. 93. https://navalhistory.gr/lexiko/ανταπεργια/