λοιμοκαθαρτήριο
το, ουσ.
λιμενικός χώρος υποδοχής που προοριζόταν για την υγειονομική εξέταση και προσωρινή απομόνωση των ταξιδιωτών αλλά και ελέγχου των πλοίων τους για καθαρά επιδημιολογικούς λόγους, συνών. λαζαρέτο, (φρ.) τόποι που στο παρελθόν λειτούργησαν ως λοιμοκαθαρτήρια: «Lazzaretto Vecchio» στη Βενετία [1423], «το λαζαρέτο της νήσου Σαιν- Μισέλ», «το λαζαρέτο της Κέρκυρας στην ομώνυμη νησίδα», «η Σπιναλόγκα», «το Angel Island, γνωστό ως Νήσος Έλις της Δύσης» και πολλά άλλα.
Ετυμολογία
< λοιμ(ός) -ο- + καθαρτήριο.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λοιμοκαθαρτήριο», σ. 488. https://navalhistory.gr/lexiko/λοιμοκαθαρτηριο/