navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λαθρέμπορος και λαθρέμπορας

λαθρέμπορος

Και: λαθρέμπορας

ο, ουσ.

αυτός που πραγματοποιεί λαθρεμπόριο.

Ετυμολογία

λαθρ(ο)- + -έμπορος / -ας.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λαθρέμπορος και λαθρέμπορας», σ. 473. https://navalhistory.gr/lexiko/λαθρεμποροσ-και-λαθρεμπορασ/