navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λαθρεμπόριο

λαθρεμπόριο

το, ουσ.

  1. παράνομη εισαγωγή και εξαγωγή εμπορευμάτων και αγαθών για τα οποία δεν έχουν καταβληθεί οι νόμιμοι φόροι, δασμοί, τέλη κ.λπ.
  2. εμπόριο απαγορευμένων ειδών π.χ.: ναρκωτικών, τσιγάρων, επικίνδυνων για τη δημόσια υγεία οινοπνευματωδών ποτών κ.λπ.

Ετυμολογία

< λαθρ(ο)- + [αρχ. - ἐμπόριο(ν).

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λαθρεμπόριο», σ. 473. https://navalhistory.gr/lexiko/λαθρεμποριο/