λαθρεμπόριο
το, ουσ.
- παράνομη εισαγωγή και εξαγωγή εμπορευμάτων και αγαθών για τα οποία δεν έχουν καταβληθεί οι νόμιμοι φόροι, δασμοί, τέλη κ.λπ.
- εμπόριο απαγορευμένων ειδών π.χ.: ναρκωτικών, τσιγάρων, επικίνδυνων για τη δημόσια υγεία οινοπνευματωδών ποτών κ.λπ.
Ετυμολογία
< λαθρ(ο)- + [αρχ. - ἐμπόριο(ν).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λαθρεμπόριο», σ. 473. https://navalhistory.gr/lexiko/λαθρεμποριο/