ιαματικός
-ή, -ό, επίθ.
(συνήθως για θερμές πηγές) αυτός που συμβάλλει σημαντικά στη θεραπεία, που γιατρεύει, συνών. θεραπευτικός, γιατρευτικός, αντών. βλαβερός, βλαπτικός, (φρ.) «ιαματικές ιδιότητες / πηγές», «ιαματικά ύδατα / νερά / λουτρά».
Ετυμολογία
< μτγν. ἰαματικός < αρχ. ἴαμα [= φάρμακο].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ιαματικός», σ. 363. https://navalhistory.gr/lexiko/ιαματικοσ/