θόρυβος
ο, ουσ.
- α) φασαρία, φωνασκίες σε συνδυασμό με κρότους, β) κουραστική και έντονη παραγωγή, συνήθως, μηχανικών ήχων, συνών. βοή, βουητό, αντάρα, σάλαγος
- (συνεκδ.) αναταραχή, (μτφ.) το να γίνεται πολλή κουβέντα για κάποιο πρόσωπο ή πράγμα, σούσουρο.
Ετυμολογία
< αρχ. θόρυβος.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θόρυβος», σ. 358. https://navalhistory.gr/lexiko/θορυβοσ/