θερμός²
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που είναι ζεστός, αντών. κρύος, ψυχρός
- (μτφ.) ο εγκάρδιος, ο εκδηλωτικός, ο διαχυτικός.
Παράγωγα
θερμαίνω, θερμότητα, θέρμη, θερμικός.
Επιρρήματα
θερμά [επίρρ.].
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θερμός», σ. 356. https://navalhistory.gr/lexiko/θερμοσ-2/