θερμαστής
ο, ουσ.
(επάγγ.) ειδικός τεχνίτης που φροντίζει για τη διατήρηση της φωτιάς στον λέβητα της ατμομηχανής πλοίου, ή ατμάμαξας σιδηροδρομικών συρμών ή ενός εργοστασιακού μηχανισμού.
Ετυμολογία
< θερμα(ν)- (< θερμαίνω) -στής.
Παράγωγα
θερμαντικότητα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θερμαστής», σ. 353. https://navalhistory.gr/lexiko/θερμαστησ/