navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Θ › θερμαντικός

θερμαντικός

-ή, -ό, επίθ.

  1. [αρχ.] αυτός που παράγει θερμότητα
  2. [το ουδ. ως ουσ.] το θερμαντικό, [ενν. ποτό] κάθε ποτό που πίνεται για θεραπευτικούς σκοπούς
  3. αυτός που παράγει θερμίδες, συνών. θερμιδογόνος, [< μτφρδ. γαλλ. calorifique].

Ετυμολογία

< αρχ. θερμαντικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θερμαντικός», σ. 353. https://navalhistory.gr/lexiko/θερμαντικοσ/