θερμαντικός
-ή, -ό, επίθ.
- [αρχ.] αυτός που παράγει θερμότητα
- [το ουδ. ως ουσ.] το θερμαντικό, [ενν. ποτό] κάθε ποτό που πίνεται για θεραπευτικούς σκοπούς
- αυτός που παράγει θερμίδες, συνών. θερμιδογόνος, [< μτφρδ. γαλλ. calorifique].
Ετυμολογία
< αρχ. θερμαντικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θερμαντικός», σ. 353. https://navalhistory.gr/lexiko/θερμαντικοσ/