θερμαίνω
ρ. [μετβ.]
- μεγαλώνω τη θερμοκρασία ενός σώματος, συνών. ζεσταίνω, αντών. ψύχω
- (μτφ.) δίνω σε κάτι μεγαλύτερη ένταση, συνών. τονώνω, εξάπτω
- (μτφ.) δίνω σε κάποιον κουράγιο, εμψυχώνω.
Ετυμολογία
< αρχ. θερμαίνω.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θερμαίνω», σ. 353. https://navalhistory.gr/lexiko/θερμαινω/