navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Θ › θερμαίνω

θερμαίνω

ρ. [μετβ.]

  1. μεγαλώνω τη θερμοκρασία ενός σώματος, συνών. ζεσταίνω, αντών. ψύχω
  2. (μτφ.) δίνω σε κάτι μεγαλύτερη ένταση, συνών. τονώνω, εξάπτω
  3. (μτφ.) δίνω σε κάποιον κουράγιο, εμψυχώνω.

Ετυμολογία

< αρχ. θερμαίνω.

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θερμαίνω», σ. 353. https://navalhistory.gr/lexiko/θερμαινω/