navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ψ › ψύχω

ψύχω

ρ. [μετβ.]

παγώνω κάτι, μειώνω τη θερμοκρασία του, παγώνω.

Ετυμολογία

< αρχ. ψύχω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ψύχω», σ. 930. https://navalhistory.gr/lexiko/ψυχω/