θάλασσα
η, ουσ.



- το σύνολο των αλμυρών νερών του πλανήτη μας, (φρ.) «γαλάζια / απέραντη / ανοιχτή / γαλήνια / αγριεμένη / αφρισμένη / φουρτουνιασμένη / αβαθής / κυματώδης / πολύ κυματώδης / τρικυμιώδης / μαινόμενη / νεκρή / κλειστή / ήρεμη θάλασσα», (έκφρ.) «διά θαλάσσης», για συγκοινωνίες, μεταφορές κ.λπ. που εκτελούνται δια μέσου θαλάσσης, (φρ.) «πυρ, γυνή και θάλασσα», ως ένδειξη μεγάλων συμφορών, «άνθρωπος στη θάλασσα», για άνθρωπο που έχει πέσει στη θάλασσα και κινδυνεύει, «τα κάνω θάλασσα » (προφ.): κάνω πολλά λάθη και γενικότ. αποτυγχάνω
- (γεωγρ.) θαλάσσιο τμήμα που συνδέεται με έναν ωκεανό
- μικρή ή μεγάλη λίμνη που διαθέτει αλμυρά ή υφάλμυρα νερά
- το θαλασσινό νερό
- (γεωγρ.) για ορισμένο τμήμα θαλάσσιας έκτασης: [φρ.] «Θάλασσα της Ανατολικής Κίνας / της Νότιας Κίνας / Σουλού / Κελέβης / Μποχόλ / Φιλιππίνων / Φλόρες / Αραφούρα / των Μολούκων / του Τιμόρ / του Κορτές / της Ιάβας / του Σολομώντα, / της Τασμανίας / του Αλμποράν / της Λιγουρίας / του Μαρμαρά / Ανταμάν / Μποφόρ / Σέραμ / του Βίσμαρκ / των Κοραλλιών / του Κόρο», «Μεσόγειος / Αδριατική / Βαλτική / Ιρλανδική / Αζοφική / Τυρρηνική / Καραϊβική / Κελτική / Ιβηρική / Αραβική / Ερυθρά / Νορβηγική / Βόρεια / Κελτική / Μαύρη / Λευκή / Νεκρά / Κασπία / Κίτρινη / Βερίγγειος / Οχοτσκική / Ιαπωνική θάλασσα», κ.ά.
- (λογοτ.) «Ο γέρος και η θάλασσα» (The Old Man and the Sea, 1958), α) μυθιστόρημα του Ernest Hemingway. και β) (κινημ.) ταινία του John Sturges [1958] με πρωταγωνιστή τον Spencer Bonaventure Tracy και αργότερα μία δεύτερη με σκηνοθέτη τον Jud Taylor και πρωταγωνιστή τον Anthony Quinn [1990].
Ετυμολογία
< αρχ. θάλασσα.
Παράγωγα
θαλασσάδα, θαλασσένιος, θαλασσής, θαλασσινός, θαλάσσιος.
Σύνθετα
ακροθάλασσα, ανθρωποθάλασσα, αποθαλασσιά, ασπροθαλασσίτης, θαλασσαετός, θαλασσασφάλεια, θαλασσοβρεγμένος, θαλασσόβρεχτος, θαλασσογράφος, θαλασσοδάνειο, θαλασσοδαρμένος, θαλασσόδαρτος, θαλασσοθεραπεία, θαλασσοκράτορας, θαλασσόλυκος, θαλασσομάχος, θαλασσόνερο, θαλασσοπλοΐα, θαλασσοπνίγομαι, θαλασσοποιώ, θαλασσοπόρος, θαλασσοπούλι, θαλασσοσπηλιά, θαλασσοταραχή, θαλασσοφοβία, θαλασσοχελώνα, θαλασσόχορτο, θαλασσόχρους, θαλασσοψιττακός [αλλιώς: παπαγάλος της θάλασσας], κακοθάλασσος, καλοθάλασσος, λαοθάλασσα, λιμνοθάλασσα, μαυροθαλασσίτης, πικροθάλασσα, φουσκοθαλασσιά. Του κυρ’ βοριά Όλες οι μάνες κλαίγανε κι όλες παρηγοριούνται, / μα μια μανούλα ενού παιδιού παρηγοριά δεν έχει. / Βάνει τις πέτρες στην ποδιά, τα τρόχαλα στον κόρφο, / πετροβολάει τη θάλασσα και τροχαλάει το κύμα. / «Θάλασσα, πικροθάλασσα και πικροκυματούσα, / πο’ ’πνιξες το παιδάκι μου, π’ άλλο παιδί δεν έχω». / «Δε φταίω η δόλια θάλασσα, δε φταίω εγώ το κύμα, / μόν’ φταίει ο πρωτομάστορας που φτιάνει τα καράβια».
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θάλασσα», σ. 346. https://navalhistory.gr/lexiko/θαλασσα/