navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Η › ηχώ

ηχώ

η, ουσ.

ηχώ, εικόνα από το έντυπο
  1. επανάληψη ήχου που γίνεται με ανάκλαση, αντιλαλιά, συνών. αντίλαλος
  2. (μτφ.) το να επαναλαμβάνει κανείς τα λόγια κάποιου άλλου
  3. [ως κύρ. όν.:] ᾿Ηχώ, Νύμφη των βουνών και των δασών στη μυθολογία μας, οι Μούσες της δίδαξαν άσμα, αυλό και σύριγμα, έτσι έμεινε γνωστή για τη μελωδική φωνή της. Ερωτεύτηκε το Νάρκισσο δίχως, όμως, ανταπόκριση.

Ετυμολογία

< ἠχώ, Δωρ. τ. ἀχώ, γεν. (ἠχόος) ἠχοῦς. Ηχώ Τα βήματά μας αντηχούν ακόμη Μέσα στο δάσος με τον βόμβο των εντόμων Και τις βαριές σταγόνες απ’ τ’ αγιάζι Που στάζει στα φυλλώματα των δέντρων. Κι ιδού που σκάζει μέσα στις σπηλιές Η δόνησις κάθε κτυπήματος των υλοτόμων Καθώς αραιώνουν με πελέκια τους κορμούς Κρατώντας μες στο στόμα τους τραγούδια Που μάθαν όταν ήτανε παιδιά Και παίζανε κρυφτούλι μες στο δάσος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ηχώ», σ. 344. https://navalhistory.gr/lexiko/ηχω/