ήλιο(ν)
το, ουσ. [χωρίς πληθ.]
(χημ.) ευγενές αέριο, άχρωμο, άοσμο, πάρα πολύ ελαφρύ, ελάχιστο στον φλοιό της γης, με περιορισμένη παρουσία στην γήινη ατμόσφαιρα και με χημικό σύμβολο He, το δεύτερο στοιχείο του σύμπαντος μετά το υδρογόνο.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) νεολατιν. helium < αρχ. ἥλιος (οφείλει την ονομασία του στην πίστη των επιστημόνων ότι βρίσκεται σε μεγάλες ποσότητες στην επιφάνεια του Ήλιου).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ήλιο(ν)», σ. 338. https://navalhistory.gr/lexiko/ηλιον/