navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Η › ηλεκτρονικός

ηλεκτρονικός¹

-ή, -ό, επίθ.

αυτός που έχει σχέση με τα ηλεκτρόνια, που ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά, (φρ.) «ηλεκτρονικός σωλήνας / εγκέφαλος / υπολογιστής / φακός / θάλαμος / ακουστικός μετασχηματιστής / πολλαπλασιαστής / προβολέας / φωτεινός δείκτης», «ηλεκτρονική αντιγραφή / βιομηχανία / εκπομπή / θεραπεία / θεωρία / λειτουργική / λυχνία / μικροσκοπία / ολοκληρωμένη / οπτική / συγγένεια / φωτογραφία», «ηλεκτρονικό κάτοπτρο / αυτόματο τηλεφωνικό κέντρο / βολτ / μικροσκόπιο / τηλεσκόπιο / πυροβόλο / ρολόι».

Ετυμολογία

< διεθν. όρ. electron < ηλεκτρόν(ιο) + -ic [= -ικός].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ηλεκτρονικός», σ. 335. https://navalhistory.gr/lexiko/ηλεκτρονικοσ/