ηλεκτρονικός²
ο/η, ουσ.
(επάγγ.) ειδικός επιστήμονας ή τεχνικός που ασχολείται με την ηλεκτρονική.
Ετυμολογία
< μτφρδ. από τη γαλλ. électronique < αρχ. ἤλεκτρον [δες λ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ηλεκτρονικός», σ. 336. https://navalhistory.gr/lexiko/ηλεκτρονικοσ-2/