ηθμός
ο, ουσ.
- διάτρητο δοχείο, κωνικού ή ημισφαιρικού σχήματος, που το χρησιμοποιούμε για να στραγγίζουμε, σουρωτήρι, συνών. στραγγιστήρι, τρυπητό, τσα(ν)τίλα [= είδος υφάσματος, φτωχής ποιότητας, για το στράγγισμα του τυριού]
- οτιδήποτε χρησιμοποιούμε για να διηθήσουμε κάτι, να το σουρώσουμε, να το στραγγίσουμε, να το φιλτράρουμε.
Ετυμολογία
< αρχ. ἠθμός, ὁ < ἤθω [= διηθώ, διυλίζω, στραγγίζω, σουρώνω, φιλτράρω].
Παράγωγα
ηθμοειδής.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ηθμός», σ. 332. https://navalhistory.gr/lexiko/ηθμοσ/