navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Η › ηθμός

ηθμός

ο, ουσ.

  1. διάτρητο δοχείο, κωνικού ή ημισφαιρικού σχήματος, που το χρησιμοποιούμε για να στραγγίζουμε, σουρωτήρι, συνών. στραγγιστήρι, τρυπητό, τσα(ν)τίλα [= είδος υφάσματος, φτωχής ποιότητας, για το στράγγισμα του τυριού]
  2. οτιδήποτε χρησιμοποιούμε για να διηθήσουμε κάτι, να το σουρώσουμε, να το στραγγίσουμε, να το φιλτράρουμε.

Ετυμολογία

< αρχ. ἠθμός, ὁ < ἤθω [= διηθώ, διυλίζω, στραγγίζω, σουρώνω, φιλτράρω].

Παράγωγα

ηθμοειδής.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ηθμός», σ. 332. https://navalhistory.gr/lexiko/ηθμοσ/