navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ζ › ζημιώνω

ζημιώνω

ρ.

  1. [μετβ.] προκαλώ σε κάποιον ζημιά, βλάβη, συνήθως οικονομική, συνών. βλάπτω
  2. [αμετβ.] παθαίνω ζημία.

Ετυμολογία

< αρχ. ζημι(ῶ) -ώνω < ζημία.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ζημιώνω», σ. 327. https://navalhistory.gr/lexiko/ζημιωνω/