ζημιογόνος
-ος/-α, -ο επίθ.
α) [κυρ. για επιχείρηση] αυτός που εμφανίζει ζημία, β) αυτός που προκαλεί ζημία, φορά, βλάβη ή απώλεια ηθική ή υλική, φθοροποιός, βλαβερός, καταστροφικός.
Ετυμολογία
< ζημία + -γόνος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ζημιογόνος», σ. 327. https://navalhistory.gr/lexiko/ζημιογονοσ/