ευκρινής
-ής, -ές, επίθ. [γεν. ευκριν-ούς]
αυτός που διακρίνεται καθαρά, που προσλαμβάνεται εύκολα, που χαρακτηρίζεται από καθαρή σκέψη και έκφραση, συνών. διαυγής, καθαρός, εναργής, λαγαρός, ξεκάθαρος, εύληπτος, αντών. ασαφής, δυσδιάκριτος.
Ετυμολογία
< αρχ. εὐκρινής < εὖ- + -κρινής < κρίνω.
Επιρρήματα
ευκρινώς [επίρρ.].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ευκρινής», σ. 316. https://navalhistory.gr/lexiko/ευκρινησ/