navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εύκαμπτος

εύκαμπτος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που λυγίζει εύκολα, ευλύγιστος, αντών. δύσκαμπτος, αλύγιστος
  2. (μτφ.) για κάτι που μπορούμε να το προσαρμόσουμε εύκολα ανάλογα με τις συνθήκες.

Ετυμολογία

< αρχ. εὔκαμπτος.

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εύκαμπτος», σ. 315. https://navalhistory.gr/lexiko/ευκαμπτοσ/