εύκαμπτος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που λυγίζει εύκολα, ευλύγιστος, αντών. δύσκαμπτος, αλύγιστος
- (μτφ.) για κάτι που μπορούμε να το προσαρμόσουμε εύκολα ανάλογα με τις συνθήκες.
Ετυμολογία
< αρχ. εὔκαμπτος.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εύκαμπτος», σ. 315. https://navalhistory.gr/lexiko/ευκαμπτοσ/