δύσκαμπτος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που δεν λυγίζει εύκολα, συνών. άκαμπτος, αλύγιστος, αγονάτιστος, ντούρος
- (μτφ.) αυτός που είναι δύσκολος στις προσαρμογές, που του λείπει η ευστροφία
- αυτός που δεν νικιέται, που δεν καταβάλλεται εύκολα.
Ετυμολογία
< δυσ- + κάμπτ(ω) + -τος.
Επιρρήματα
δύσκαμπτα [επίρρ.].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δύσκαμπτος», σ. 237. https://navalhistory.gr/lexiko/δυσκαμπτοσ/