navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δύσκαμπτος

δύσκαμπτος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που δεν λυγίζει εύκολα, συνών. άκαμπτος, αλύγιστος, αγονάτιστος, ντούρος
  2. (μτφ.) αυτός που είναι δύσκολος στις προσαρμογές, που του λείπει η ευστροφία
  3. αυτός που δεν νικιέται, που δεν καταβάλλεται εύκολα.

Ετυμολογία

< δυσ- + κάμπτ(ω) + -τος.

Επιρρήματα

δύσκαμπτα [επίρρ.].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δύσκαμπτος», σ. 237. https://navalhistory.gr/lexiko/δυσκαμπτοσ/