έτος
το, ουσ.
- η χρονική περίοδος που αντιστοιχεί στην πλήρη περιφορά της Γης γύρω από τον ήλιο
- η χρονική μονάδα που εκφράζει την πλήρη περιστροφή και ισοδυναμεί με 365 ημέρες
- (ειδικότ.) «δίσεκτο έτος», η χρονιά εκείνη, που κάθε τέσσερα χρόνια υπολογίζεται με 366 ημέρες
- (φρ.) «επί σειρά(ν) ετών», για πολλά χρόνια, «έτος φωτός», μονάδα μέτρησης των αποστάσεων στο σύμπαν, «ακαδημαϊκό / πανεπιστημιακό / σχολικό / οικονομικό / σεληνιακό / αστρικό / κοσμικό / γαλαξιακό / ημερολογιακό έτος», «ηλιακό / τροπικό έτος», το χρονικό διάστημα μεταξύ δύο διαδοχικών εαρινών ή φθινοπωρινών ισημεριών.
Ετυμολογία
< αρχ. ἔτος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έτος», σ. 313. https://navalhistory.gr/lexiko/ετοσ/