navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › έτοιμος

έτοιμος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που είναι κατάλληλα προετοιμασμένος για κάτι, συνών. διαθέσιμος, αντών. ανέτοιμος, (φρ.) «Έσο Έτοιμος», να είσαι έτοιμος [σύνθημα των προσκόπων και των οδηγών]
  2. ο πρόθυμος για να εκτελέσει κάποια εργασία
  3. αυτός που είναι τελειωμένος, ολοκληρωμένος
  4. αυτός που είναι αποφασισμένος για να εκτελέσει κάτι, που δεν διακατέχεται από αναστολές ή φόβους, αντών. αναποφάσιστος, διστακτικός, αμφιταλαντευόμενος.

Ετυμολογία

< αρχ. ἕτοιμος.

Σύνθετα

ανετοίμαστος, ανέτοιμος, απροετοιμασία, απροετοίμαστα, απροετοίμαστος, ετοιμάζω, ετοιμασία, ετοιματζίδικος, ετοιμόγεννη, ετοιμόγεννος, ετοιμοθάνατος, ετοιμόλογος, ετοιμολογία, ετοιμοπαράδοτος, ετοιμοπόλεμος, ετοιμόρροπος, ετοιμότητα, ετοιμοφόρτωτος, πανέτοιμος, προετοιμάζω, προετοιμασία.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έτοιμος», σ. 313. https://navalhistory.gr/lexiko/ετοιμοσ/