Εσκιμώος
ο, -ώα, η, ουσ.
(γεωγρ.) κάτοικος περιοχών της Γροιλανδίας, του Καναδά, της Αλάσκας ακόμη και των Β.Α. περιοχών της Ασίας και της Σιβηρίας.
Ετυμολογία
< γαλλ. esquimaux < αλεουτικής προέλευσης eskimants [= τρώει ωμά] < eski [= ωμός] + mants [= τρώει].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «Εσκιμώος», σ. 310. https://navalhistory.gr/lexiko/εσκιμωοσ/