navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εργολάβος

εργολάβος

ο/η, ουσ.

  1. πρόσωπο που αναλαμβάνει την εκτέλεση κάποιου έργου έναντι συμφωνημένης αμοιβής, αλλιώς εργολήπτης
  2. (ζαχαρ.) είδος γλυκίσματος με αβγά και αμύγδαλα.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐργολάβος.

Παράγωγα

εργολαβία, εργολαβικός > εργολαβικά [επίρρ.], εργολαβώ.

Σύνθετα

υπεργολάβος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εργολάβος», σ. 307. https://navalhistory.gr/lexiko/εργολαβοσ/