εργοδότης
ο/η, ουσ.
αυτός που προσλαμβάνει έναν εργαζόμενο και τον πληρώνει με ημερομίσθιο ή μηνιαίο μισθό για την εργασία που προσφέρει, ο ιδιοκτήτης επιχείρησης.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐργοδότης < ἔργον + δότης < δίδωμι [= δίνω, αποδίδω, δωρίζω, χαρίζω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εργοδότης», σ. 307. https://navalhistory.gr/lexiko/εργοδοτησ/